Αρχική » Επίκαιρα κείμενα

«Τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μου τὸ ἄϋπνον ἐπίστασαι, Κύριε…».Με αυτόν τον λόγο αρχίζει η νυχτερινή μας κραυγή· και είναι σαν να ανοίγει μπροστά μας όλο το μυστήριο της πνευματικής ζωής. Δεν μιλάμε για εχθρούς εξωτερικούς, ούτε για δυσκολίες ορατές. Μιλάμε για τον αθέατο πόλεμο των λογισμών, για την αθόρυβη φθορά της καρδιάς, για την κόπωση της ψυχής μέσα στον θόρυβο του κόσμου.
Εσύ, Κύριε, «τῆς ἀθλίας σαρκός μου τὸ ἄτονον ἔγνως». Γνωρίζεις την αδυναμία μας. Την πνευματική ραθυμία που ντύνεται με δικαιολογίες. Την προσευχή που αρχίζει και διακόπτεται. Την απόφαση που αναβάλλεται. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μάς διδάσκει να μην στηριζόμαστε στις δυνάμεις μας, αλλά να λέμε με ταπείνωση: «Εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου». Είναι λόγος εμπιστοσύνης και παράδοσης· λόγος σταυρικός και αναστάσιμος μαζί.
Ζητούμε να μας σκεπάσει «πτέρυξι τῆς σῆς ἀγαθότητος», να μη «ὑπνώσωμεν εἰς θάνατον». Ο ύπνος αυτός δεν είναι ο φυσικός· είναι ο ύπνος της συνήθειας στην αμαρτία, της αδιαφορίας, της εσωτερικής σκλήρυνσης. Στην εποχή της διαρκούς πληροφορίας, της αδιάκοπης εικόνας, κινδυνεύουμε να χάσουμε το νήφον βλέμμα, να ζούμε επιφανειακά, χωρίς επίγνωση της παρουσίας του Θεού. Και όμως, η Εκκλησία μάς καλεί σε εγρήγορση καρδιάς: «Τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμούς μου φώτισον». Να φωτιστεί ο νους, να καθαρθεί ο λογισμός, να γευθεί η ψυχή «τὴν τρυφὴν τῶν θείων λόγων».
Και έπειτα προβάλλει ενώπιόν μας η φοβερή εικόνα της Κρίσεως: άγγελοι παριστάμενοι, άνθρωποι εισαγόμενοι, βιβλία ανεωγμένα, έργα ερευνώμενα, λογισμοί εξεταζόμενοι. Δεν είναι απειλή· είναι αλήθεια. Δεν είναι για να μας παραλύσει ο φόβος, αλλά για να γεννηθεί η μετάνοια. «Ποία κρίσις ἔσται ἐν ἐμοί;» αναρωτιέται η ψυχή. Και το ερώτημα αυτό γίνεται σωτήριο, όταν δεν οδηγεί σε απελπισία αλλά σε δέηση: «Εἰ μὴ σύ, Κύριε, ἐλεήσεις με;».
Η μετάνοια δεν είναι ιδέα· είναι δάκρυ. «Δάκρυά μοι δός, ὡς ποτε τῇ γυναικὶ τῇ ἁμαρτωλῷ». Δάκρυ που καθαρίζει, που μαλακώνει, που μεταμορφώνει τον βίο σε «μύρον εὐωδίας». Στον κόσμο που φοβάται την ευαισθησία και θεωρεί την ταπείνωση αδυναμία, η Εκκλησία προβάλλει τη δύναμη της συντετριμμένης καρδιάς. Μόνο αυτή ακούει τη γλυκεία φωνή: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην».
Και καθώς η προσευχή κλείνει, υψώνεται η ελπίδα της Θεοτόκου. «Τὴν ἀκαταίσχυντον ἐλπίδα σου ἔχων, σωθήσομαι». Δεν πορευόμαστε μόνοι. Η σκέπη της Παναγίας γίνεται θώρακας στον αόρατο πόλεμο, γιατί μας οδηγεί στον σαρκωθέντα Υιό της. Ζητούμε να μας αναστήσει «ἐκ ζοφώδους ὕπνου», να μας επαναφέρει στην δοξολογία, να μας δώσει καρδιά άγρυπνη και ταπεινή.
Έτσι το τροπάριο αυτό γίνεται σχολείο νήψεως. Μας μαθαίνει να γνωρίζουμε την αδυναμία μας χωρίς να χάνουμε την ελπίδα· να θυμόμαστε την Κρίση χωρίς να ξεχνούμε το έλεος· να ποθούμε το φως μέσα στο σκοτάδι του κόσμου. Και τότε η δοξολογία δεν είναι απλός ύμνος των χειλέων, αλλά ανάσταση της καρδιάς, που ζει ήδη από τώρα κάτω από τις πτέρυγες της θείας αγαθότητος, προσμένοντας το ανέσπερο φως της Βασιλείας.
Δ.Τ.Θ
|