|
 |
Αρχική » Κατήχηση » Κηρύγματα

Συγκλονιστικά περιστατικά παρακολουθήσαμε σήμερα στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς. Δέκα λεπροί, δέκα ἀνθρώπινα κουρέλια, δέκα ἑτοιμοθάνατοι ἀπόβλητοι τῆς κοινωνίας πλησιάζουν στόν Χριστό καί φωνάζοντας ζητοῦν νά τούς ἐλεήσει. Δέν Τόν πλησιάζουν πολύ. Ἀπαγορεύεται. Ἡ λέπρα εἶναι ἀρρώστια θανατηφόρα ἀλλά καί ἐξαιρετικά μεταδοτική. Τόν πλησιάζουν, ἀλλά στέκονται μακριά Του. Τό ἱερό κείμενο σημειώνει μέ λεπτομέρεια ὅτι στάθηκαν «πόρρωθεν». Αὐτή ἡ ἀπόσταση δέν ἐμποδίζει τόν Κύριο νά τούς εὐεργετήσει καί νά τούς θεραπεύσει. Ἡ εἰρωνεία εἶναι ὅτι μετά τή θεραπεία τους οἱ ἐννέα ἀπ’ αὐτούς μεγάλωσαν τήν ἀπόστασή τους ἀπό τόν Χριστό. Μόνον ὁ ἕνας ἀπό τούς δέκα γύρισε γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί Τόν εὐχαρίστησε γιά τό μεγάλο δῶρο τῆς ὑγείας.
Τό «πόρρωθεν» τῶν λεπρῶν πρίν ἀπό τή θεραπεία τους ἦταν λογικό καί ἐπιβεβλημένο. Τό «πόρρωθεν» μετά τή θεραπεία τους ἦταν ἀδικαιολόγητο καί σκληρό. Τό «πόρρωθεν», ὅμως, ὡς τρόπος σχέσης μέ τόν Θεό ἰσχύει γιά πολλούς ἀνθρώπους. Εἶναι πολλοί οἱ ἄνθρωποι πού θέλουν ἀπό τόν Θεό τά δῶρα Του, ἀλλά θέλουν καί μία ἀπόσταση ἀπό Ἐκεῖνον. Εἶναι πολλοί κι ἐκεῖνοι πού, ὅταν εὐεργετηθοῦν ἀπό τόν Θεό, τό «πόρρωθεν», ἀντί νά τό ἐξαφανίσουν, τό πολλαπλασιάζουν καί τό κάνουν τεράστιο. Εἶναι ἐπίσης πάρα πολλοί κι ἐκεῖνοι πού, ὅσα καί νά λάβουν ἀπό τόν Θεό, θά κρατοῦν πάντοτε μία ἀπόσταση ἀπό Ἐκεῖνον, διότι τό «πόρρωθεν» βρίσκεται ὡς νοοτροπία μέσα τους καί δέν ἐπιθυμοῦν κάποτε νά τό ξεπεράσουν.
Τί εἶναι αὐτό πού κρατάει τούς ἀνθρώπους «πόρρωθεν» τοῦ Θεοῦ; Γιά ποιούς λόγους οἱ ἄνθρωποι, ἐνῶ πλησιάζουν τόν Θεό, κρατοῦν καί μία ἀπόσταση ἀσφαλείας; Ὁ πρῶτος λόγοςεἶναι οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς. Τό καθημερινό τρέξιμο γιά τόν βιοπορισμό, τά ἀμέτρητα προβλήματα, πού χρειάζονται ἐπειγόντως λύσεις, οἱ ζυμώσεις μέ πρόσωπα καί καταστάσεις, πού γεμίζουν τήν ψυχή μέ ποικίλα συναισθήματα καί σκέψεις, κρατοῦν τόν ἄνθρωπο κλεισμένο στόν ἑαυτό του. Δέν ἐπιτρέπουν οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς νά κάνει ὁ ἄνθρωπος μία πορεία πρός τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι μία ἀνάμνηση ἤ εἶναι τό ζητούμενο σέ δύσκολες καταστάσεις. Δέν εἶναι, ὅμως, ὁ φίλος, ὁ πατέρας, ὁ ἀγαπημένος, τό καταφύγιο καί ἡ φωλιά. Ὁ Θεός εἶναι μία ἀόρατη καί ἀπρόσωπη δύναμη. Δέν εἶναι πρόσωπο ἐπιθυμητό καί ἐράσμιο. Ὁ Θεός εἶναι χρήσιμος, ἀλλά δέν εἶναι ἀπαραίτητος. Μία σχετική ἀπόσταση ἀπό τόν Θεό θεωρεῖται ὑγεία. Ἡ ὑπερβολική σχέση μαζί Του θεωρεῖται ὀπισθοδρόμηση. Ὁ ἄνθρωπος σήμερα κάνει μία ἀναφορά στόν Θεό περιστασιακά. Δέν προσπαθεῖ νά βάλει τόν Θεό στό κέντρο τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς του. Δέν ἀντιλαμβάνεται τόν Θεό ὡς ἀρχή καί τέλος τῶν πάντων. Μέ τήν ἀπόσταση πού κρατάει ἀπό τόν Οὐράνιο Πατέρα ξαναβιώνει τό δράμα καί τήν περιπέτεια τῆς Βαβέλ. Κτίζει χωρίς Θεό καί ὅ,τι οἰκοδομεῖ καθίσταται ἀτελέσφορο. Τό κενό πού ἀφήνει στή σχέση του μέ τόν Θεό ἔρχονται νά τό γεμίσουν τά πάθη, οἱ ἀγωνίες, τό ἄγχος, ἡ θλίψη, ἡ ταραχή καί ἡ πτώση. Οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς ὑψώνουν ἕνα τεῖχος ἀνάμεσα στό πλάσμα καί στόν Πλάστη. Μέ τό «πόρρωθεν», ὅμως, πού συντηρεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἡ ζωή δέ γίνεται ὄμορφη καί χαρούμενη. Ἡ μικρή ἀπόσταση ἀπό τόν Θεό μετατρέπεται σέ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ. Τότε ἔρχεται καί τό γκρέμισμα τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ δεύτερος λόγος, γιά τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος στέκεται «πόρρωθεν» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αὐτάρκεια. Ἡ αὐτάρκεια ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία εἶναι ἡ αὐτάρκεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τῶν πνευματικῶν ἱκανοτήτων, τῶν γνώσεων, τῶν χρημάτων καί τῶν γνωριμιῶν. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ αὐτάρκεια τῆς ἀρετῆς καί τῆς ποιότητας. Ὁ ἄνθρωπος, εἴτε νιώθει πώς ἔχει πολλά εἴτε αἰσθάνεται ὅτι εἶναι πολύ καλός,κρατάει μία μικρή ἀπόσταση ἀπό τόν Θεό. Μέσα στά πράγματα, στά κατορθώματα καί στίς ἐπιτυχίες ὁ μικρός ἄνθρωπος νομίζει ὅτι ἔγινε γίγαντας. Ἐπειδή γέμισε τήν τσέπη του, τό στομάχι του καί τό μυαλό του, πιστεύει πώς δέν τοῦ χρειάζεται τίποτε περισσότερο. Ἐπειδή καλύπτει τόν χρόνο του μέ παρέες, ἐξόδους καί φιλίες ποικιλόμορφες, αἰσθάνεται περιττή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή εἶναι εὐγενής, καλλιεργημένος, εὐχάριστος καί δοτικός, ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι τόσο καλός,ὥστε δέν χρειάζεται νά γίνει καλύτερος. Ἡ ἐσωτερική αὐτάρκεια μετατρέπει τόν Θεό σέ ἐξωτερικό στοιχεῖο. Τό «εἶμαι καλά» ἀκούγεται ἀπό πολλούς, ἀκόμη καί ἀπό πολύ πιστούς. Αὐτή ἡ ψευδαίσθηση τῆς πληρότητας δέν καλύπτει τό πραγματικό κενό τῆς ψυχῆς καί τήν ὑπαρξιακή δίψα γιά τόν Θεό. Ἡ αὐτάρκεια κάποτε παρέρχεται καί τότε ἔρχεται ἡ δραματική ἀναζήτηση γιά κάτι καινούργιο. Ἄν αὐτή ἡ ἀναζήτηση δέν ὁδηγήσει στόν Θεό, τότε ἡ ἀγωνία γιά αὐτάρκεια μετατρέπεται σέ πόνο, ἄγχος καί θλίψη. Ὁ ἄνθρωπος ποτέ δέν εἶναι ἀληθινά αὐτάρκης, ὅσο μένει «πόρρωθεν» τοῦ Σωτήρα. Ἡ ἀπόσταση πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Χριστό δέ γεμίζει μέ ψέματα καί αὐταπάτες. Ὁ ἄνθρωπος γεμίζει μόνον ὅταν ἑνωθεῖ μέ τόν Κύριο. Τότε ἡ αὐτάρκεια δέν εἶναι ψευδαίσθηση ἀλλά λυτρωτική ἐμπειρία σωτηρίας.
Ὁ τρίτος λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι μένουν «πόρρωθεν» τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ φόβος τῆς ἀλλαγῆς καί τῆς μετάνοιας. Παρόλο πού ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία σκοτώνει τόν ἄνθρωπο, πολλοί ἀγαποῦν αὐτή τή λέπρα, ἐπειδή τή συνήθισαν καί ἔμαθαν νά ζοῦν μαζί της. Μία σφοδρή ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας τούς κρατάει ἐγκλωβισμένους στά σκοτάδια της. Δέν εἶναι ὅτι δέν ξέρουν πῶς νά δραπετεύσουν. Εἶναι ὅτι δέ θέλουν νά δραπετεύσουν. Καταλαβαίνουν τήν ἀρρώστια, ἀλλά τήν ἀγαποῦν περισσότερο ἀπό τήν ὑγεία. Οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνται πώς, ἐάν πλησιάσουν πολύ κοντά στόν Θεό, θά πρέπει νά ἀλλάξουν. Ἡ ἕνωση μέ τόν Χριστό μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο. Τόν ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία ἀπό τά πάθη καί στήν ἀρετή. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δέν εἶναι ἕτοιμος γιά μιά τέτοια ἀλλαγή στή ζωή του. Ἔμαθε νά ζεῖ στή λάσπη. Διστάζει νά πετάξει στόν οὐρανό. Φοβᾶται νά ἐγκαταλείψει τίς παλιές καί κακές συνήθειες. Φοβᾶται νά ἀλλάξει ρότα. Φοβᾶται τό καινούργιο, διότι βολεύτηκε μέ τούς μικροσυμβιβασμούς τῆς παλαιᾶς ζωῆς του. Φοβᾶται νά ἀναπνεύσει ὀξυγόνο, ἐπειδή συνήθισε καί ἀγαπάει τή μυρωδιά ἀπό τό καυσαέριο. Μένει «πόρρωθεν» τοῦ Ἰησοῦ, διότι ξέρει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἐπιτρέπει νά δουλεύουμε σέ δύο ἀφεντικά. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πιό δύσκολη ἀπόφαση. Ἡ μετάνοια θέλει ἡρωισμό, ἀγωνιστικό φρόνημα, ὑπομονή καί ἐπιμονή. Χωρίς αὐτήν, ὅμως, πάντοτε θά ὑπάρχει μία ἀπόσταση ἀπό τόν Θεό καί ἡ σωτηρία θά εἶναι ὄνειρο ἀλλά ὄχι πραγματικότητα.
Σήμερα τιμοῦμε τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί τόν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Αὐτοί οἱ πατέρες γκρέμισαν τό «πόρρωθεν» ἀπό τόν Θεό. Δέν πλησίασαν ἁπλῶς τόν Χριστό. Ἑνώθηκαν μαζί Του μέ τήν ἀρετή τους καί τούς ἀγῶνες γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι καθίστανται καί δικά μας πρότυπα. Μή μείνουμε «πόρρωθεν» τοῦ Ἰησοῦ. Μήν ἀφήσουμε τίς μέριμνες, τήν αὐτάρκεια καί τήν ἁμαρτία νά μᾶς κρατήσουν σέ ἀπόσταση ἀπό Ἐκεῖνον. Μέ εὐγνωμοσύνη νά Τόν εὐχαριστοῦμε καί νά Τόν δοξολογοῦμε γιά τά πάντα, ἔτσι ὥστε νά χαιρόμαστε ἀπό τή σχέση μας μαζί Του γιά πάντα.
Ι.Μ.Δ
|
|