|
 |
Αρχική » Επίκαιρα κείμενα
Διαβάζουμε στο Γεροντικό πως κάποιος γέροντας μοναχός έμενε σε κάποιο ειδωλολατρικό ναό εγκαταλελειμμένο. Μία ήμερα ήρθαν οι δαίμονες και του έλεγαν:-«Φύγε απ’ τον τόπο μας».Και ο γέροντας τους είπε:«Εσείς οι δαίμονες δεν έχετε τόπο».Και τότε άρχισαν οι δαίμονες να του σκορπίζουν όλα τα εργαλεία που είχε για να πλέκει τα καλάθια του, το εργόχειρό του. Ο γέροντας με υπομονή τα μάζευε και τα τακτοποιούσε. Μετά απ’ αυτό τον έπιασε ο δαίμονας από το χέρι και τον σβάρνιζε για να τον πετάξει έξω. Μόλις έφτασε στην πόρτα, ο γέροντας με το άλλο του το χέρι σηκώθηκε, έπιασε την πόρτα και φώναζε:- «Ιησού Χριστέ βοήθησέ με».
Και αμέσως ο δαίμονας εξαφανίστηκε. Τότε ο γέροντας άρχισε να κλαίει και να λέει στον Χριστό:- «Πως με άφησες έτσι, Κύριε;».Και τον ρώτησε ο Κύριος:-«Γιατί κλαις;».- «Γιατί τολμούν», είπε ο γέροντας «να πιάσουν τον άνθρωπο οι δαίμονες και να τον μεταχειρίζονται έτσι;».Και γύρισε ο Χριστός και του είπε: «Εσύ αμέλησες, γιατί μόλις με ζήτησες, μόλις με κάλεσες, αμέσως σου βρέθηκα».Ο γέροντας της ιστορίας μας ήταν αγωνιστής και τα έργα του διαβόλου τα περιφρονούσε και με υπομονή και σιγουριά έκανε τον πνευματικά αγώνα του. Όμως είχε ξεγελαστεί από το έργο του και αμελούσε την προσευχή και τότε βρήκε τόπο ο διάβολος για να τον πειράξει. Και την ώρα ακόμη του πειρασμού πάλευε μόνος του με τις δυνάμεις του υποτιμώντας την δύναμη του εχθρού. Πήρε όμως το μάθημά του, ότι η δύναμή του βρίσκεται μόνο στην προσευχή και στην παρουσία του Χρίστου.Όπως ξεκάθαρα διαβάζουμε στην Αποκάλυψη, ο Χριστός έχει καταισχύνει τον διάβολο με την Ανάστασή Του. Τον έχει συλλάβει και αλυσοδεμένο τον πέταξε στην άβυσσο για χίλια χρόνια. Είναι το διάστημα που ζει η ανθρωπότητα από την έλευση του Χριστού μέχρι την Β' Παρουσία Του. Δεν μπορεί να κάνει κακό στον άνθρωπο, αν δεν το θέλει ο ίδιος. Και ο Κύριος το είπε, ότι σας δίνω εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σκόρπιους και τίποτα να μην παθαίνετε. Προ Χριστού είχε την δύναμη πάνω στον άνθρωπο, αλλά τώρα είναι ένα ξεδοντιασμένο γέρικο θηρίο που δεν μπορεί να κάνει τίποτα.Μάλλον πρέπει να πούμε ότι εμείς πλέον του δίνουμε αξία και εμείς του την παίρνουμε. Ο πονηρός δεν σταματά να πειράζει, αλλά τι μ’ αυτό; Ο πόλεμος είναι διαρκής και εκ δεξιών και εξ αριστερών, και μόνιμα επισκέπτονται «ἐνδοδεν φόβοι, ἐξωδεν μάχαι». Όμως, από τον άνθρωπο εξαρτάται αν ενδώσει και αμαρτήσει. Οι πειρασμοί τον φέρνουν πιο κοντά στον Θεό, τον ξυπνούν από τον λήθαργο τον πνευματικό και την ακηδία και τον ενεργοποιούν σε πνευματικό αγώνα. Πιάνεται από τον Θεό και νιώθει την δύναμή Του ζωντανά πάνω του.
Ο Κύριος είναι κοντά μας όσο μία προσευχή και δυναμώνει τον ευχόμενο. Πάντα είμαι δυνατός, έλεγε ο απ. Παύλος, όταν με ενισχύει ο Θεός. Αλλά πρέπει να έχεις καρδιά να αγαπάς τον Θεό, για να καταφεύγεις σ’ Αυτόν στην δύσκολη ώρα. Η ένταση του πειρασμού και η απελπισία μάξι με τον πανικό της δυσκολίας αποσυντονίζουν τον άνθρωπο και καταφεύγει σε γήινες λύσεις και λυτρωτές ανθρώπους για να πάρει δύναμη η τον παίρνει το ποτάμι του πειρασμού, καθώς αφήνει έρμαιο τον εαυτό του στην ορμή του.Άραγε γιατί να μην μπορεί ο άνθρωπος να προσευχηθεί μετά δακρύων στον Χριστό την ώρα την δύσκολη και καταφεύγει σε ψεύτικα δεκανίκια; Η απάντηση είναι μία, ότι δεν προσεύχεται αδιαλείπτως. Δεν αγαπά τον Θεό και δεν προσεύχεται όλο τον άλλο καιρό. Η αγάπη μας στο Χριστό είναι ένα κυνήγι συνεχούς και αδιάλειπτης προσευχής, αφού αυτή φέρνει το Χριστό κοντά μας και μας προστατεύει. Κι ο διάβολος, όταν βλέπει έναν Χριστιανό να προσεύχεται συνεχώς, τον φοβάται και φεύγει πολύ μακριά. Αυτός που στην ζωή του κρατιέται συνεχώς από την προσευχή και ζει τον γλυκασμό των αγγέλων, και στην δύσκολη ακόμη στιγμή στον Χριστό καταφεύγει σαν ένα φυσικό επακόλουθο. Είναι η αγκάλη του Πατέρα, όπου καταφεύγει. Ζει στο πνευματικό κλίμα του Θεού και όλα σ’ Εκείνον ανάγονται. Όπως τα πουλιά ζουν στον αέρα και τα ψάρια στο νερό, έτσι και το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου είναι η προσευχή. Και όταν λέμε προσευχή εννοούμε να έχουμε την σκέψη μας στον Θεό και όλα να τα κάνουμε με την ευλογία Του και η καρδιά μας να μιλά μόνιμα στον Χριστό για όλα. Αυτή η πνευματική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό είναι η δύναμη και η προστασία, αλλά και η ειρήνη. «Η ψυχή μου», έλεγε ο Ιερός Αυγουστίνος «δεν μπορεί να αναπαυθεί παρά μοναχά κοντά Σου, Κύριε». Και παρακαλούσε τον Θεό και Του έλεγε «Μικρό είναι το παλάτι της ψυχής μου, Κύριε. Μεγάλωσε το Εσύ, για να μπορείς να εισέλθεις μέσα σ’ αυτήν... Γιατί χωρίς Εσένα δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ο οδηγός της καταστροφής μου».Η έλλειψη και η αμέλεια της προσευχής στη ζωή μας είναι στην ουσία μία αυτοεγκατάλειψη. Δεν μπορούμε να παραπονεθούμε στον Θεό πως είναι μακριά και δεν μας βλέπει. Μα! δεν Τον επικαλούμαστε και δεν Τον ζητούμε στη ζωή μας. Μπορεί να ξέρει τις ανάγκες μας και να βλέπει την δυσκολία μας, αλλά περιμένει να Του καταθέσουμε την ελευθερία μας με την πρόσκληση της προσευχής μας.
Ο Κύριος μας αγαπά, αλλά σέβεται και την ελευθερία μας. Μας δίνει ο Θεός αγάπη και ελευθερία, τα όποια μόνο αυτάς ως Θεός μπορεί να τα συνταιριάζει με μία άριστη επικοινωνία μαζί μας. Η αγάπη Του τον ωθεί να επέμβει για να μας σώσει από τον πειρασμό απρόσκλητος, αλλά η ελευθερία τον δεσμεύει για να μη μας καταντήσει σαν άβουλα πρόβατά Του. Και μέσα σ’ όλο αυτά τα σκηνικά περιμένει την καρδιά μας. Στην προσευχή δεν δα Του πούμε τι να μας δώσει, αλλά δα πούμε μόνο ένα «Κύριε ἐλέησον», μέσα από την ανάγκη και την θέληση της καρδιάς μας. Και αρκεί. Αυτός ξέρει τι χρειαζόμαστε και θα τα δώσει.Εμείς εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας, ντρεπόμαστε να πούμε προσευχή και να σηκώσουμε τα χέρια στον ουρανό και να πούμε «Χριστέ μου, βοήθει μοί». Είναι ο εγωισμός και τα πείσμα του ανθρώπου που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και του κακοφαίνεται και γκρινιάζει που βρίσκεται στην δύσκολη αυτή ώρα και πεισμώνει να τα βγάλει πέρα μόνος του και να νικήσει. Χρειάζεται ταπείνωση η καρδιά για να αρχίσει να δακρύζει και να μίλα στον Θεό και να ζήτα βοήθεια. Κι αν δεν είμαστε καλά, κι αν βλέπουμε τους πειρασμούς και τη θλίψη και τη στεναχώρια να μας βαραίνουν, είναι γιατί δεν ζητάμε από τον Θεό δύναμη και βοήθεια.
Είναι η πνευματική μας αυτοεγκατάλειψη.Νομίζουμε ότι μπορούμε πολλές φορές με τις δικές μας προσπάθειες και με τις δικές μας δυνάμεις να τα βγάλουμε πέρα, ενώ πόσο όμορφο είναι ταπεινά να ζητούμε από τον Θεό. Νομίζουμε ότι, αν κάνουμε κάποιες ενέργειες, θα γλυτώσουμε κάποια προβλήματα, θα τακτοποιήσουμε κάποιες υποθέσεις, θα τακτοποιήσουμε τα παιδιά μας, και δεν μάθαμε να γονατίζουμε και να αναθέτουμε στον Θεό Αυτός να φροντίσει. Τρέχουμε, κάμουμε δουλειές, πολεμούμε ολημερίς κι ολονυχτίς, και δεν βγάζουμε άκρη και δεν βλέπουμε αποτελέσματα, γιατί δεν προσευχόμαστε. Αυτή είναι η εγκατάλειψη του εαυτού μας στις δυνάμεις μας. Και άκουγα την ιστορία αυτή μέσα μου και δύο πράγματα μου έμεναν: ένας έλεγχος και μία ελπίδα. Νιώθω να ελέγχομαι που έχω έναν τόσο δυνατά Πατέρα, τον Χριστό μου, και δεν Τον επικαλούμαι στις δύσκολες τις ώρες μου. Έβλεπα τον μεγάλο γίγαντα της λήθης να με πατά και να αμελώ και να λησμονώ την προσευχή μου, σαν να κόβω το οξυγόνο από τα πνευμόνια μου. Είπα πως μέσα στην καρδιά μου θα θρονιάσω το «υπέρ παν όνομα», το όνομα του Χριστού, την απλή ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Και μία χαρά αναμεμειγμένη με την ελπίδα έβγαινε από την καρδιά μου, πως δίπλα μου στέκει ο Θεάς και με στηρίζει, αρκεί να Του τα ζητώ και να Τον επικαλούμαι.
Πηγή: Το Σαρανταλείτουργο του Λόγου, Αμύνταιο 2010.
|
|