«Στη ζωή,να εμπιστεύεσαι εκείνους…που μπορούν να διακρίνουν αυτά τα τρία πράγματα:Τον πόνο που κρύβεις πίσω από το χαμόγελό σου…Την αγάπη που κρύβεις όταν εκφράζεις τον θυμό σου…Και… τα λόγια που κρύβεις μέσα στη σιωπή σου!».



Ιερές Ακολουθίες του μήνα
Αρχική » Επίκαιρα κείμενα

 

71 ολάκαιρα χρόνια ! Τι να θυμηθεί κανείς και μάλιστα, όταν, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ήταν μόλις τρισήμυσι ετών ;

Ας το αποτολμήσω, επιστρατεύοντας την ήδη αμβλυμένη μνήμη μου. Ας κάνω κάποιες περιγραφές σπαμωδικές και όπως μου έρχο­νται τώρα στο μυαλό μου και σαν νατάγραφα τότε, χωρίς λογοτεχνική δομή και σχέδιο. 1940. 28 Οκτωβρίου. Δεν θυμάμαι τίποτε.

1940. Τέλη Νοεμβρίου. Ο χειμώνας έχει ήδη αρχίσει. Επιστρατεύεται και ο πατέρας μου μετά τον αδελφό του, τον θείο μας Λιάμη. Θυμάμαι δύο σκηνές κατά την αναχώρηση του πατέρα μου για την Αλβανία. Αγκαλια­σμένοι ο πατέρας μου με την μητέρα μου, αγκουμπησμένοι στο «γιούκο» έκλαιγαν ασταμάτητα, αλλά και αδικαιολόγητα για μένα και περισσότερο για την αδελφή μου, την Τούλα, που ήταν τότε μόλις 19 μηνών. Η μητέρα μας έγκυος 7 μηνών, τον Ιανουάριο γεννήθηκε ο Γιώργος.

... Έπρεπε να βρουν και οι δύο το κουράγιο να απελευθερώσουν «αλλήλους». Ο
πατέρας μου παίρνει την απόφαση, αφήνει την μητέρα μας και αγκαλιάζει εμένα και την Τούλα. Απαθείς εμείς δεχόμαστε τα απανωτά φιλιά του. Με παραλυμένα τα πόδια του, κατεβαίνει τα 5 - 6 ξύλινα σκαλιά του σπιτιού μας, που είχε ο ίδιος κατασκευάσει, και οδηγούσαν στην πλακοστρωμένη κοινή αυλή του παππού και του θείου Δήμου.

Στην αυλή ήταν συγκεντρωμένες πε­ρισσότερες από δέκα γυναίκες. Θυμάμαι με πολύ ακρίβεια μεταξύ των γυναικών, την Κατερίνη του Κ. Κουτσή, η οποία, με πολύ παράπονο και διαμαρτυρόμενη έλεγε κραυ­γαλέα : Nga pse te ven prap tant ; Të ven edhe te tjert. (Γιατί να πάνε πάλι οι δικοί μας ; Να πάνε και οι άλλοι).  Ο άντρας της είχε πάει και στην Μ. Ασία. Ο πατέρας μου έφυγε. Ήδη από το σπίτι του παππού μου είχαν επιστρατευθεί ΠΕΝΤΕ. Δήμος, Νίκος, Λιάμης (αδέλφια) Αντώνης Νησιώτης (γαμπρός στην αδελφή τους) και ο Γιαννακός γιός – ορφανός αδελφού του παππού μας, μεγαλωμένος από τον παππού και τη γιαγιά. Φρίκη ! Πόσοι θα γύριζαν ;

Οι ημέρες και οι εβδομάδες προχω­ρούσαν. Ο καιρός αγρίευε. Ο χειμώνας λυσσαλέος. Θυμάμαι την σφοδρότητα του ανέμου. Θυμάμαι τους δρόλαπες που δεν σταματούσαν νυχθημερόν. Στο σπίτι μας το πατρικό ακουγόταν το βουητό του νερού από το ποτάμι του «Λεβέτα». Περισσότερο όμως ακούγονταν στα αυτιά μου και ακόμη περισσότερο στην νηπιακή καρδιά μου το κλάμα της μακαρίτισσας μητέρας μου. Μοι­ρολογούσε άναρθρα και έβρεχε το πάτωμα με τα δάκρυα της. Η βροχή ασυγκίνητη, και ο βοριάς σύμμαχος της βροχής.

Θυμάμαι ακόμη το σφύριγμα των καλα­μιών του φράχτη. Πιστέψτε με: αν ήμουν Γ. Κόρος στο βιολί, θα μπορούσα να μεταφέρω στα αυτιά σας αυτόν τον ήχο σήμερα, μετά από 71 χρόνια. Μέσα σ' αυτήν την «αρμονία» των φυσικών φαινομένων, ακουγόταν επανει­λημμένως το ρεφραίν της μάννας μου: «Άχ μαγκούφ καιροοοό...». Σαν τώρα το θυμάμαι.

    Επίσης θυμάμαι το εξής στιγμιότυπο : παί­ζοντας αμέριμνος το στριφτό με ένα κέρμα δραχμής ή δίδραχμου, με ανάγλυφο τον Περικλή, πλησιάζω την αδιάκοπα κλαίουσα μητέρα μου λέγοντας επιμόνως : Μαμά, τι το θέλεις; κορώνα ή γράμματα ; Τα αναφιλητά σταματούν. Το κλάμα διακόπτεται...

Ο καιρός περνούσε. Κάποια στιγμή μας φωνάζει η μητέρα μας , εμένα και την Τού­λα, μπαίνοντας στο σπίτι και λέγοντας μας: «Ελάτε να δείτε! Ήρθε ο μπαμπάς». Και μας δείχνει μία φωτογραφία του επιστρατευμέ­νου μπαμπά που είχε έρθει από το μέτωπο. Ντυμένος ο μπαμπάς με τα στρατιωτικά του, με τις γκέττες και τα άρβυλα και το δίκογχο σαν Βενιζέλος (όχι στο μπόι). Η αδελφή μου ενθουσιάστηκε φωνάζοντας με ικανοποίηση και δείχνοντας στην φωτογραφία: «μπας» (ο μπαμπάς). Και εγώ με χαμηλή φωνή και πολύ απελπισία: «Α έτσι; Λέμε από κρέας ...».

Ένα άλλο σκηνικό που θυμάμαι ήταν το εξής : Είναι νύχτα, πιθανόν αργά το βράδυ. Έχει συγκεντρωθεί η γειτονιά έξω στο δρόμο  μπροστά στο σπίτι του Βαγγέλη Ρουσέτη. Γυναίκες πολλές και κανένας, υποθέτω, άνδρας. Κλαίνε όλες. Είχαν πληροφορηθεί άσχημα νέα από την Αλβανία. «Έγινε οπι­σθοχώρηση»... Η μητέρα μου έκλαιγε, μοι­ρολογώντας γοερά. Την κρατούσαν οι δύο γιαγιάδες, Λεβέταινα και Θανάσαινα. Μοi ο te bie. (Θα σε χτυπήσω) της έλεγε η μητέρα της. Bierm. Tse e dua ket jet ? (χτύπησέ με. Τι την θέλω τούτη τη ζωή ;)

Από εκεί μέρος των γυναικών κατευθύν­θηκε προς την Εκκλησία. Κοντά εγώ, πιασμέ­νος από το φουστάνι της γιαγιάς. Πήγαμε. Η Εκκλησία γεμάτη σαν να ήτανε Μ. Πέμπτη. Ο κόσμος μπαινόβγαινε. Αυτοί που έβγαι­ναν κατευθύνονταν προς το καφενείο του Γκανάπη. Κόσμος μέσα και περισσότερος έξω. Άκουγαν ειδήσεις. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε.

Ο καιρός περνούσε. Πρέπει να ήταν ήδη Μάης. Στην αυλή του σπιτιού μας ακούγεται μια χαρούμενη παιδική φωνούλα. «Θεία». Βγαίνει η μητέρα μου στη πόρτα. Ήταν μία κοπελλίτσα από τις οικογένειες Λεβέτα. «Θεία, έρχεται ο θείος».

- «Ο θείος ;! Ποιος θείος, μανάρι μου ;» (Τέσσερις περιμένανε στο ίδιο σπίτι.) «Ο θείος, ο δικός σου θείος». Αντιλαμβάνεσθε τα αισθήματα και το συναίσθημα της μητέρας μου... Έπρεπε να της δώσει τα «συγχαρίκια». Δεν την άφησε την αγγελιαφόρο έτσι, της έδωσε μία ικανή χούφτα στραγάλια. Και τώρα προς εμένα : «Θανασάκη , τρέξε στο Ντιβάνι, έρχεται ο μπαμπάς!!!»

Πήρα τον δρόμο. Πράγματι. Ακριβώς στο Ντιβάνι βλέπω ένα στρατιώτη, λίγο σοκαρίστηκα. Ήταν ο μπαμπάς μου, που τον συνόδευε ο μπάρμπα-Χρίστος ο Ζαρίφης, θείος της μητέρας μου. Με πήρε στην αγκαλιά του. Εγώ τον περιεργαζόμουνα, του χάιδευα το κεφάλι. Οι ψείρες δεν με ενοχλούσαν, ήταν κάτι το φυσικό. Τα μάτια του δεν τα έβλεπα.

Φθάνουμε στο σπίτι με δυσκολία, γιατί η γειτονιά όλη, από του Λιότση μέχρι του Ρουσέτη είχε γίνει τροχοπέδη.Το καλωσόρισμα στην αυλή μας δεν περιγράφεται.

Επί ημέρες και νύχτες οι διηγήσεις ήταν ατελείωτες. Δεν θυμάμαι πολλά από αυτές, γιατί το ενδιαφέρον μου δεν ήταν ακόμη ανε­πτυγμένο. Λίγα πράγματα που τα συγκρατώ από τις κατ’ επανάληψιν διηγήσεις.

Στα βουνά της Αλβανίας. Κρύα και χιόνια. Οι ημέρες ατελείωτες και οι νύχτες αξημέρω­τες. Μας διηγήθηκε ο πατέρας μας πολλές φορές μια οπτασία του : «Ήταν, λέει, στη σκη­νή του μόνος του και κοιμόταν. Τον ξυπνάει ένας χαμηλός θόρυβος που προήλθε από την είσοδο της σκηνής. Βλέπει «εν απολύτω εγρηγόρσει» ένα γέροντα με μακριά άσπρη γενειάδα. «Μη φοβάσαι» του λέει. «Είμαι ο Άγιος Χαράλαμπος». Τον ρωτά ο πατέρας μου : «Θα γυρίσουμε στα σπίτια μας ;».

- «Θα γυρίσετε, αλλά θα υποφέρετε. Όταν όμως γυρίσεις, θέλω να έλθεις να με λειτουργήσεις». Και εξαφανίσθηκε.

Την Θ. Λειτουργία αυτή, την θυμάμαι πολύ - πολύ ζωηρά, με λειτουργό τον μα­καριστό παπα-Αριστείδη Δρίτσα στον Άγιο Χαράλαμπο, στο Ερημόκαστρο.

Επίσης η γιαγιά μου η Θανάσαινα είχε τάξει Θ. Λειτουργία στην Αγία Ευαγγελίστρια (γενέτειρα της). Και αυτή την θυμάμαι, σαν να είναι τώρα με λειτουργούς τον αείμνηστο παπα-Παύλο και τους Εφημέριους Ζαγαρά και Σάχου. (Ευαγγελιστρίας και Πέτρας).

Όπως μας διηγείτο ο πατέρας μας, περνώ­ντας ο καιρός στην Αλβανία, υπήρχαν και ημέρες ανακωχής. Οι στρατευμένοι, παρέες - παρέες, περνούσαν τις ώρες και παίζοντας. Ένα από τα παιγνίδια ήταν και το παιγνίδι : «Μονά - Ζυγά». Με τι όμως ; Χρήματα ; Αστιεύεσθε. Σταφίδες ; Σπατάλη ανίερη. Όλα ήταν μετρημένα και τίποτε δεν περίσσευε. Τα μόνο, που αφθονούσε, ήταν οι ψείρες ! Έβαζε, λοιπόν, ο παίκτης το χέρι του στην μασχάλη, χούφτωνε όσες είχαν καταφύγει εκεί και ρωτούσε: Μονά ή ζυγά ;

-...Και το κέρδος; Ένα ξεκαρδιστικό γέλιο, λές και δε βρίσκονταν σε πολεμικό μέτωπο... Αυτός είναι ο Έλληνας οπλίτης.

Άλλο περιστατικό για χαρά, αλλά όχι για γέλιο.

Κάποια στιγμή, μας διηγείται ο πατέρας μας, γίνεται συγκέντρωση και ακούγεται έτσι περίπου μία ανακοίνωση από υπεύθυνο Αξιωματικό : «Ο πόλεμος τελείωσε. Ελεύθε­ροι για τα σπίτια σας, τις οικογένειες σας». Ανατέλλει, λοιπόν, το «νόστιμον ήμαρ» του Οδυσσέα. Δρόμος δρόμος ατελείωτος. Πει­νασμένοι και διψασμένοι. Ποιος να τους ταΐ­σει και ποιος να τους ποτίσει ; Βαδίζοντας και μπαίνοντας σε ένα χωριό της Κόνιτσας, ο πα­τέρας μας, είχε ξεκόψει από την παρέα του, αναζητώντας κάτι να βάλει στο στόμα του. Και να! Μια γυναίκα που ρωτάει για κάποιους δικούς της, που είχαν κι’ αυτοί επιστρατευθεί και βρίσκονταν στην Αλβανία, προσφέρει μια χούφτα σταφίδες στον οδοιπόρο. Τις παίρνει ο πατέρας μου και σκέφτεται : «Πιο πέρα θα σταθώ να βρω και νερό και τις τρώω». Πριν όμως να βρει το νερό, συναντά στο δρόμο του δύο παιδάκια να παίζουν. Θάταν 4 και 2 ετών αντίστοιχα το αγόρι και το κοριτσάκι... Σκύβει τα φιλάει και τους δίνει τις σταφίδες. Έτσι η ικανοποίηση της καρδιάς του ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της πείνας. Μετά από ημέρες πεζοπορίας αγκάλιασε και τα δύο παιδιά του 4 και 2 ετών και το μόλις νεογέννητο 3-4 μηνών και εξ ανάγκης νεοφώ­τιστο τρίτο παιδί του, τον Γιώργο.

Οδυνηρή η Αλβανία. Επίπονος ο πόλεμος. Υψηλό το εθνικό φρόνημα και καθήκον.

Και έτσι αρχίζει και ο πατέρας μας τη συνέχιση των ποικίλων καθηκόντων, τα οποία είχαν αναγκαστικά διακοπεί. Μετά από 9-10 μήνες περίπου, γεννήθηκε ο Σωτήρης.

 

                              Παπα-Θανάσης Αθανασίου

 





Επίκαιρα κείμενα

DVD Πατήστε εδώ για να το δείτε

Επικοινωνία | Ο Ναός μας | Εκδόσεις
Copyright Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου, με την υποστήριξη της e-RDA