Ἅμα δὲ βρεῖ ὁ ἄνθρωπος κάτι ποὺ γιὰ χάρη του θὰ πέθαινε, εἶναι καταδικασμένος νὰ δεῖ τὴ ζωή του νὰ σκορπίζεται στοὺς τέσσερις ἀνέμους. (Ἠλίας Λιαμῆς)



Ιερές Ακολουθίες του μήνα
Αρχική » Νεότητα » Συμβουλές

Ζούσε στο όμορφο Καρπενήσι. Από τα παιδικά της χρόνια την συνόδευε η φτώχεια. Υπανδρεύθη έναν άνδρα σκληρό και αγροίκο. Και μετά το γάμο της εξακολούθησε να ξενοδουλεύει, για να επιβιώσουν , γιατί τα έσοδα του συζύγου δεν επαρκούσαν ούτε για το δικό του ποτήρι. Τα πόδια της κοντόσωμης γυναίκας είχαν στραβώσει από την δουλειά. Έμοιαζαν με τις κουτσούρες  του αμπελιού. Έτσι τα είχε χαρακτηρίσει ο μακαριστός πατέρας μου, προσθέτοντας πως αυτή η γυναίκα πρέπει να είναι πολύ τυραννισμένη. Τα βάσανα της ζωής και οι  πόνοι  της και οι  σωματικές της  κακώσεις την έκαναν να ταχθεί στην Παναγιά την Προυσσιώτισα, να Την διακονεί κάθε Δεκαπενταύγουστο. Εκεί την γνώρισα και μου εκμυστηρεύθηκε το θαύμα  της ζωής της.

-Δουλειά, Γέροντά μου, από νύχτα σε νύχτα και το βράδυ για το παραμικρό έτρωγα και ξύλο από το  σχωρεμένο τον άνδρα μου. Με χτυπούσε στη γη , όπως τα παιδιά το τόπι στο γήπεδο.

Μια περίοδο δούλευα παραδουλεύτρα σ’ ένα γιατρό. Ήταν καλοπληρωτής , αλλά κι αυτός σκληρός και δύστροπος σαν τον άνδρα μου. Δεν μου επέτρεπε καμιά κουβέντα να κάνω απ’ όσα άκουγα και έβλεπα στο ιατρείο του.Κάποτε πήρα  τα σκουπίδια να τα πετάξω. Φορτώθηκα τον κάδο στην πλάτη και προχωρούσα μέσα στο παγερό απόβραδο για τον σκουπιδότοπο. Όπως βάδιζα , άκουγα ένα σιγανό κλαυθμύρισμα. Γύριζα δεξιά, ζερβά∙ δεν έβλεπα κανέναν. Άρχισα να σκιάζομαι, να σταυροκοπιέμαι. «Πειρασμός -λέγω- θα είναι. Κανένας δεν φαινόταν στο δρόμο και το μωρουδίστικο κλάμα με συνοδεύει». Έφθασα στο σκουπιδότοπο, άνοιξα το καπάκι του κάδου και βλέπω  ένα μωρό στα αίματα να κλαίει. «Παναγιά μου, τι να κάνω; Στον γιατρό δεν πρέπει να κάνω λόγο, αφού αυτός το πέταξε. Στον σύζυγό μου πού να το δείξω; Θα με σφάξει σαν λαμπριάτικο αρνί∙ άσε και  τι θα βάλει με  τον λογισμό του». Το πήρα στην ποδιά μου. Ήτανε ζεστό. Κλαυθμύριζε. «Ζωντανό πλάσμα του Θεού δεν πάει η καρδιά μου να το πετάξω. Θα το πάρω στο σπίτι μου  κι ο Θεός βοηθός». Το φίλησα. Τα αίματα τρέχανε από το κεφαλάκι του. Φαίνεται πως το χτύπησε το καπάκι του κάδου. Το έσφιξα  στην αγκαλιά μου,  για  να το  ζεστάνω, και τράβηξα για το σπίτι μου. Τον κάδο στην πλάτη και το παιδί στην αγκαλιά. Το ‘σφιξα , Γέροντά μου, όπως σου ‘πα , όσο μπορούσα περισσότερο, για να το ζεστάνω.Στο σπίτι δε βρήκα κανέναν. Είπα μέσα μου : «Ο Θεός είναι μαζί μου». Το έπλυνα από τα αίματα, το τύλιξα  στα κουρέλια μου, σε μια παλιά μου πουκαμίσα , το θήλασα (ήμουνα μωρομάννα) και το έβαλα στη σκάφη που ζύμωνα το ψωμί  να κουρνιάσει το πουλί μου. Το σταύρωσα και είπα: «Παναγία μου Προυσιώτισσα, χαρίτωσέ το να μην κλάψει». Έγινε Γέροντά μου, τον θαύμα της Προυσιώτισσας. Ποτέ δεν έκλαψε! Το τάιζα κρυφά και το κοίμιζα κάτω από το κρεβάτι μας. Όταν ερχόταν ο άνδρας μου, έτρεμα από τον φόβο.  Η καρδιά μου χτυπούσε σαν ρολόι, μη κλάψη και πού να σταθώ.

Πέρασε ο καιρός κι άρχισε να μπουσουλά. Οπότε ένα μεσημέρι, την ώρα που τρώγαμε ξετρύπωσε το μωρό και ήρθε κάτω από το τραπέζι. Μόλις το είδε ο άνδρας μου, γυάλισαν τα μάτια του σαν του λιονταριού.

-Τι είναι αυτός-μου λέγει.

Τότε έκαμα τον σταυρό μου και του είπα το μυστικό. Συγκινήθηκε και το δέχθηκε  σαν να ήταν δικό του. Το παιδί αυτό σήμερα είναι νυμφευμένο και εργάζεται στο Καρπενήσι. Από το παιδί αυτό έχω ένα ποτήρι νερό από τα δικά μου τίποτες.Έκλαιγε η κυρά-Ελένη,  οσάκις έκανε λόγο γι’ αυτό το γεγονός.  Το διηγείτο τόσο ζωντανά, που ένιωθα πως κι εγώ βρισκόμουν μαζί της την ώρα που μετέφερε τον κάδο και σκιαζόμουνα το κλάμα του μωρού , άνοιγα τον κάδο και κατάπληκτος έπιανα  το πεταμένο βρέφος στην αγκαλιά μου. Το ‘κρυβα στον αποκρέβατο με την ευχή  ψάρι να γίνει να μην κλάψει και βάλει σε ζάλη λογισμών το γερο- σαμαρά.  Και συγκινούμουνα με την εμφάνισή του στο φτωχό τραπέζι της Ελένης.

Την ρώτησα πολλές φορές:

-Νοιάστηκες να μάθεις ποιοι ήταν οι γονείς του;

Και μου απαντούσε:

-Σε τι θα ωφελούσε αυτό; Εγώ το έχω δικό μου, το πονώ περισσότερο από τα δικά μου παιδιά. Αυτό μ’ έκανε να συμβουλεύω τις παραδουλεύτρες των γιατρών:  «Προσέχετε τι έχουν οι κάδοι που μεταφέρετε στα σκουπίδια». Μπορεί να έχω αμαρτία που το ‘λεγα, αλλ’ εγώ το σύστηνα. Το διηγούμαι και το γράφω , για να μείνει η μάνα η Ελένη στην ιστορία και το θαύμα της Παναγίας γνωστό, που κράτησε δυο χρόνια περίπου τον κλαυθμυρισμό του, για να μην προδώσει την Ελένη . Όλα τα οικονομεί ο Θεός, όταν σ’ Αυτόν ακουμπάμε.

Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας.

Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος, Αρχ. Γρηγόριος, Ηγούμενος





Επίκαιρα κείμενα

DVD Πατήστε εδώ για να το δείτε

Επικοινωνία | Ο Ναός μας | Εκδόσεις
Copyright Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου, με την υποστήριξη της e-RDA